Μετάφραση του "rub" σε Ελληνικά

Οι τρίβω, τρίψιμο, δυσκολία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rub" σε Ελληνικά.

rub verb noun γραμματική

An act of rubbing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρίβω

    verb

    to move one object while maintaining contact with another object over some area

    If you rub it any whish of yours comes true.

    Όταν το τρίβεις, κάθε σου ευχή θα πραγματοποιείται.

  • τρίψιμο

    noun neuter

    act of rubbing

    The rind is obtained exclusively by rubbing with salt water, to which lactic starters may be added.

    Η κρούστα επιτυγχάνεται αποκλειστικά με τρίψιμο με αλατόνερο, στο οποίο προστίθενται ενδεχομένως γαλακτικά ένζυμα.

  • δυσκολία

    noun feminine

    Oh, Laertes, therein lies the rub.

    Ω, Λαέρτη, εδώ έγκειται η δυσκολία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπόδιο
    • εντριβή
    • κόλλημα
    • λειώνω
    • ξύνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rub " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

RUB abbreviation

Rich Urban Biker [..]

+ Προσθήκη

"RUB" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το RUB στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "rub"

Φράσεις παρόμοιες με "rub" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνωστίζομαι
  • Εκει εγκειται η δυσκολια ... (σχεδον) that's the tricky part ... Δικο σου (σχεδον): εδω σε θελω
  • εδώ είν' ο κόμπος
  • γυαλίζω
  • αναξύω · ξύνω · τρίβω
  • εξαλείφω · εξαφανίζω · σβήνω
  • δίνω στα νεύρα κάποιου · εκνευρίζω κπ · θίγω κπ · τσαντίζω κπ
  • ξύνω πληγές · ρίχνω αλάτι στην πληγή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rub" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη