Μετάφραση του "rumination" σε Ελληνικά
Οι μηρυκασμός, αναμάσημα, σκέψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rumination" σε Ελληνικά.
rumination
noun
γραμματική
The act of ruminating; i.e. chewing cud and other ruminants. [..]
-
μηρυκασμός
masculineact of ruminating
To facilitate rumination, the distribution of fodder that is physically whole is mandatory.
Για να διευκολυνθεί επίσης ο μηρυκασμός, είναι υποχρεωτική η διανομή χορτονομών που διατηρούν τη φυσική τους ακεραιότητα.
-
αναμάσημα
noun neuterTo ruminate means to chew over.
Μηρυκασμός είναι το αναμάσημα.
-
σκέψη
noun feminine -
αναμηρυκασμός
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rumination " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rumination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκεπτικός
-
αναμασώ
-
αναχαράζω · καλοσκέφτομαι · μηρυκάζω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι
-
μηρυκαστικά · μηρυκαστικό · μηρυκαστικός
-
αναχαράζω · καλοσκέφτομαι · μηρυκάζω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι
-
αναχαράζω · καλοσκέφτομαι · μηρυκάζω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη