Μετάφραση του "run-in" σε Ελληνικά

Οι διαπληκτισμός, λογομαχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "run-in" σε Ελληνικά.

run-in noun γραμματική

An encounter; a scrape or brush; especially one involving trouble or difficulty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπληκτισμός

    noun
  • λογομαχία

    noun

    I was worried that you might have had another run-in with Rusot.

    Φοβήθηκα μην είχες κι άλλη λογομαχία με τον Ρουσότ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " run-in " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "run-in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • είναι οικογενειακή παράδοση · είναι οικογενειακό μας · το 'χει η οικογένεια · το 'χει το σόι
  • είναι κληρονομικό
  • είναι κληρονομικό
  • κάνω επιτόπου τροχάδην
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "run-in" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη