Μετάφραση του "rush" σε Ελληνικά
Οι βιασύνη, βούρλο, σπεύδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rush" σε Ελληνικά.
Any of several stiff aquatic or marsh plants of the genus Juncus having hollow or pithy stems and small flowers. [..]
-
βιασύνη
noun feminineNo rush, these still have to wait a Smithy with tear gas.
Δεν υπάρχει βιασύνη, πρέπει να περιμένουν τον Smithy με τα δακρυγόνα.
-
βούρλο
noun neuterplant
The “tail” and the “rush” refer to false prophets who utter words pleasing to their leaders.
Η «ουρά» και το «βούρλο» αναφέρονται στους ψευδοπροφήτες που λένε λόγια ευάρεστα στους ηγέτες τους.
-
σπεύδω
verbWhen Steiner saw the horror of it, he rushed out to get me.
Όταν ο Στάινερ είδε την φρίκη, έσπευσε να με φέρει μέσα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πυρετός
- ορμώ
- ορμή
- βιάζω
- τρέχω
- σπουδή
- ταχύτητα
- πιέζω
- βία
- τρέξιμο
- τρεχάλα
- συνωστισμός
- καλάμι
- πρεμούρα
- βιά
- κάλαμος
- ίλιγγος
- επέρχομαι
- επιπίπτω
- εφορμώ
- ρίχνομαι
- χυμώ
- βιάζομαι
- εισβάλλω σε
- κάνω γιουρούσι
- κατεπείγων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rush " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An English occupational surname for someone who made things from rushes. [..]
"Rush" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rush στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
A dialect of the language PL/1.
"RUSH" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το RUSH στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "rush"
Φράσεις παρόμοιες με "rush" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιάζομαι · πάνω στη φόρα · στη βιασύνη μου
-
σπεύδω επιτόπου
-
ώρες αιχμής
-
βιάζομαι να · διακομίζω σε · μεταφέρω επειγόντως σε · προστρέχω να, σε · προτρέχω να · σπεύδω να · τρέχω να
-
παίρνω πόδι
-
χαλιά
-
βεβιασμένος
-
κάνω κάτι βιαστικά