Μετάφραση του "sackful" σε Ελληνικά

Οι τσουβαλιά, σάκος, τσουβάλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sackful" σε Ελληνικά.

sackful adjective noun γραμματική

The amount a sack would contain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσουβαλιά

    noun
  • σάκος

    noun masculine
  • τσουβάλι

    noun

    Now, wool-sack, what mutter you?

    Έλα, τσουβάλι, τι είναι αυτά που μουρμουρίζεις;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sackful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sackful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αχυρόστρωμα
  • κοιμάμαι · πάω για ύπνο
  • αγγείο · αποκομίζω καθαρά · απολύω · αποφέρω καθαρά · απόλυση · δίνω τα παπούτσια στο χέρι · διαγουμίζω · διαγούμισμα · διαρπαγή · διώχνω · κουρσεύω · κούρσεμα · λάφυρα · λαφυραγωγώ · λεηλασία · λεηλατώ · πλιάτσικο · σάκκος · σάκος · σακί · σακούλα · σχόλασμα · την πέφτω για ύπνο · τσουβάλι
  • σακοδρομία · τσουβαλοδρομίες
  • A two-wheeled cart with a handle used to move heavy objects. It's also known as a sack truck or sack trolley · A two-wheeled vehicle used for moving sacks and other heavy items
  • αποκομίζω καθαρά · αποφέρω καθαρά
  • απόλυση · λεηλασία · σχόλασμα · ύφασμα για σάκους
  • απολύομαι · μου δίνουν τα παπούτσια στο χέρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sackful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη