Μετάφραση του "sailor" σε Ελληνικά
Οι ναύτης, ναυτικός, ιστιοπλόος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sailor" σε Ελληνικά.
One who follows the business of navigating ships or other vessels; one who understands the practical management of ships; one of the crew of a vessel; a mariner; a common seaman. [..]
-
ναύτης
noun masculineworker on a ship
Now we can pretend that you are a sailor and I am the girl at the port.
Τώρα μπορούμε να κάνουμε ότι εσύ είσαι ένας ναύτης κι εγώ το κορίτσι του λιμανιού.
-
ναυτικός
noun masculineworker on a ship [..]
But one day, she was charmed by a Spanish sailor.
Αλλά μια μέρα, την γοήτευσε ένας ισπανός ναυτικός.
-
ιστιοπλόος
noun masculineThere was another sailor that competed against Lana for the Paxton Cup.
Υπήρχε μία ιστιοπλόος που ανταγωνιζόταν με την Λάνα για το κύπελο Πάξτον.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ιστιοπλόος
- ναυτιλλόμενος
- ψάθινο καπέλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sailor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Sailor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sailor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "sailor"
Φράσεις παρόμοιες με "sailor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ναυτικά τατουάζ
-
ναυτικό κοστούμι
-
γιακάς ναυτικός