Μετάφραση του "salad" σε Ελληνικά
Οι σαλάτα, τρώξιμα, σαλατικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salad" σε Ελληνικά.
salad
noun
γραμματική
A food made primarily of a mixture of raw or cold ingredients, typically vegetables, usually served with a dressing such as vinegar or mayonnaise. [..]
-
σαλάτα
noun femininea food made primarily of a mixture of raw ingredients, typically vegetables [..]
Tom ate the salad.
Ο Τομ έφαγε τη σαλάτα.
-
τρώξιμα
noun neuter n-pa food made primarily of a mixture of raw ingredients, typically vegetables
-
σαλατικό
-
μαρούλι
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salad " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Salad
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Salad" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Salad στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "salad"
Φράσεις παρόμοιες με "salad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοτοσαλάτα
-
φρουτοσαλάτα
-
τονοσαλάτα
-
σαλάτα του Καίσαρα
-
σαλάτα του Καίσαρα
-
σαλάτα νισουάζ
-
λάδι σαλάτας
-
σαλάτα τού σεφ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη