Μετάφραση του "salaried" σε Ελληνικά

Οι μισθωτός, έμμισθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salaried" σε Ελληνικά.

salaried adjective γραμματική

Describing someone who is paid monthly as opposed to weekly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισθωτός

    adjective masculine

    describing one who is paid monthly

    The globalisation of aeronautics has a strong impact on salaries and jobs.

    Η παγκοσμιοποίηση της αεροναυτικής έχει εξαιρετικά έντονο αντίκτυπο στους μισθωτούς εργαζόμενους και στην απασχόληση.

  • έμμισθος

    adjective masculine

    describing one who is paid monthly

    Salaried practice (Article 8)

    Άσκηση του επαγγέλματος ως έμμισθος δικηγόρος (άρθρο 8)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salaried " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "salaried" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδοχές · μισθοδοσία · μισθό · μισθός
  • μισθολογική κλίμακα
  • μισθολογική μείωση · περικοπή μισθού
  • αύξηση · μισθολογική άνοδος · μισθολογική αύξηση
  • υψηλόμισθος
  • αποδοχές · μισθοδοσία · μισθό · μισθός
  • αποδοχές · μισθοδοσία · μισθό · μισθός
  • αποδοχές · μισθοδοσία · μισθό · μισθός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salaried" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη