Μετάφραση του "salination" σε Ελληνικά

Το αλάτωση είναι η μετάφραση του "salination" σε Ελληνικά.

salination noun γραμματική

A treatment with a salt solution. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάτωση

    The accumulation of soluble salts by evaporation of the waters that bore them to the soil zone, in a soil of an arid, poorly drained region.

    This problem, called salinization, is not a new one.

    Αυτό το πρόβλημα, που αποκαλείται αλάτωση, δεν είναι καινούριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salination " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "salination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · άλμη · άρμη · αλατούχο διάλυμα · αλατούχος · αλατόνερο · αλατώδης · αλμυρός · αλυκή · φυσιολογικός ορός
  • αλμυρά ύδατα
  • άλμη · άρμη · αλατούχο διάλυμα · αλατόνερο · φυσιολογικός ορός
  • αλατότητα του εδάφους
  • υφαλμύρωση
  • αλατότητα του ύδατος
  • αλάτωση εδάφους
  • αλάτωση των υδάτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salination" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη