Μετάφραση του "salon" σε Ελληνικά

Οι σαλόνι, καθιστικό, λίβινγκ ρουμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salon" σε Ελληνικά.

salon noun γραμματική

a large room, especially one used to receive and entertain guests [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαλόνι

    noun neuter

    large room

    I'll take you to the salon to effect some key introductions.

    Θα σε συνοδεύσω στο σαλόνι όπου θα σου γνωρίσω κάποια σημαντικά πρόσωπα.

  • καθιστικό

    noun neuter

    Home to a smuggler, den to opium fiends, salon to a pirate king.

    Σπίτι λαθρέμπορου, λημέρι εμπόρων οπίου, καθιστικό βασιλιά πειρατών.

  • λίβινγκ ρουμ

    neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κομμωτήριο
    • αίθουσα
    • ινστιτούτο
    • ινστιτούτο καλλονής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Salon

Salon (Paris)

+ Προσθήκη

"Salon" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Salon στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "salon"

Φράσεις παρόμοιες με "salon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κομμωτήριο
  • ινστιτούτο αισθητικής · ινστιτούτο καλλονής · κομμωτήριο · σαλόνι ομορφιάς
  • κομμωτήριο · κουρείο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη