Μετάφραση του "salt" σε Ελληνικά

Οι αλάτι, άλας, αλατούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salt" σε Ελληνικά.

salt noun adjective verb γραμματική

(chemistry) One of the compounds formed from the reaction of an acid with a base, where a positive ion replaces a hydrogen of the acid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάτι

    noun neuter

    sodium chloride [..]

    I see the salt bleaching the arid earth.

    Βλέπω το αλάτι να αποχρωματίζει το άνυδρο έδαφος.

  • άλας

    noun neuter

    compound of an acid and a base

    Magnesium dihydrogen diphosphate is the acidic magnesium salt of diphosphoric acid.

    Το δισόξινο διφωσφορικό μαγνήσιο είναι το όξινο άλας του διφωσφορικού οξέος με μαγνήσιο.

  • αλατούχος

    adjective masculine

    saline [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άλατα
    • αλμυρός
    • αλατίζω
    • αλατώδης
    • θαλασσόλυκος
    • αλατισμένος
    • Άλας
    • αλατι
    • ἅλς
    • επιτραπέζιο αλάτι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Salt

Salt, Jordan

+ Προσθήκη

"Salt" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Salt στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

SALT noun abbreviation

Strategic Arms Limitation Talks [..]

+ Προσθήκη

"SALT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το SALT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "salt"

Φράσεις παρόμοιες με "salt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη