Μετάφραση του "sandpaper" σε Ελληνικά

Οι γυαλόχαρτο, σμυριδόχαρτο, γυαλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sandpaper" σε Ελληνικά.

sandpaper verb noun γραμματική

a strong paper coated with sand or other abrasive material for smoothing and polishing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυαλόχαρτο

    Strong paper coated with a layer of sand or other abrasive, used for smoothing or polishing.

    I figured it was like sandpaper, you get it for different kinds of wood.

    Νόμιζα ότι είναι σαν το γυαλόχαρτο, για διαφορετικά είδη ξύλου.

  • σμυριδόχαρτο

    neuter
  • γυαλίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sandpaper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sandpaper
+ Προσθήκη

"Sandpaper" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sandpaper στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "sandpaper"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sandpaper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη