Μετάφραση του "sarcasm" σε Ελληνικά
Οι σαρκασμός, ειρωνεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sarcasm" σε Ελληνικά.
sarcasm
noun
γραμματική
(countable) An act of sarcasm. [..]
-
σαρκασμός
noun masculinederision, facetiousness
I really thought my sarcasm was easier to read.
Πραγματικά νόμισα ότι ο σαρκασμός μου ήταν ακόμα πιο ευδιάκριτος.
-
ειρωνεία
noun feminineI no longer have to tolerate your sarcasm.
Δεν είμαι πια υποχρεωμένος να ανέχομαι την ειρωνεία σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sarcasm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη