Μετάφραση του "satiation" σε Ελληνικά
Οι χορτασμός, κορεσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "satiation" σε Ελληνικά.
satiation
noun
γραμματική
The state of being satiated or sated, of being full, of being at maximum capacity. [..]
-
χορτασμός
noun -
κορεσμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " satiation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "satiation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κορεννύω · φουσκώνω · χοντραίνω · χορταίνω · χορταινω, κορεννυω, μπουχτιζω
-
πλήρης
-
κορεννύω · φουσκώνω · χοντραίνω · χορταίνω · χορταινω, κορεννυω, μπουχτιζω
-
κορεννύω · φουσκώνω · χοντραίνω · χορταίνω · χορταινω, κορεννυω, μπουχτιζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη