Μετάφραση του "satisfactory" σε Ελληνικά

Οι ικανοποιητικός, επαρκής, ευχάριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "satisfactory" σε Ελληνικά.

satisfactory adjective noun γραμματική

Done to satisfaction; adequate or sufficient [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανοποιητικός

    adjective masculine

    adequate or sufficient

    The allocation of responsibility within the Commission was not satisfactory, but it has improved.

    Ο καταμερισμός της ευθύνης στην Επιτροπή δεν ήταν ικανοποιητικός αλλά βελτιώθηκε.

  • επαρκής

    adjective

    Information items can only be omitted if a satisfactory justification is provided by the applicant.

    Πληροφορίες μπορούν να παραλειφθούν μόνο εφόσον υπάρχει επαρκής αιτιολογία.

  • ευχάριστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " satisfactory " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "satisfactory" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη