Μετάφραση του "saving" σε Ελληνικά

Οι αποταμίευση, οικονομία, εξοικονόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "saving" σε Ελληνικά.

saving adjective noun verb adposition γραμματική

A reduction in cost or expenditure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποταμίευση

    noun

    The amount of current income which is not spent for survival or enjoyment. [..]

    It would be difficult to offset losses of this magnitude just with farmers’ own precautionary savings.

    Ζημίες αυτού του μεγέθους δεν είναι εύκολο να καλυφθούν μόνο από την προληπτική αποταμίευση των γεωργών.

  • οικονομία

    noun feminine

    But if I should get one, the stamp will be worth saving.

    Πάντως αν περίμενες κανένα, κάνανε οικονομία στα γραμματόσημα.

  • εξοικονόμηση

    noun

    The amount of current income which is not spent for survival or enjoyment.

    It has also pinpointed savings in connection with interpreting in relation to what was forecast.

    Επιπλέον, πέτυχε εξοικονόμηση στον τομέα της διερμηνείας σε σχέση με τις προβλέψεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποταμιεύσεις
    • σωτηρία
    • σωτήριος
    • διάσωση
    • οικονόμος
    • Αποταμίευση
    • σωστικός
    • φειδώ
    • αποθηκεύοντας
    • απόθεμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " saving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Saving
+ Προσθήκη

"Saving" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Saving στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "saving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβαντάζ · αυτό που με σώζει · θεία χάρη · προτέρημα · σωστική χάρη · χάρη
  • κάνω οικονομία για να
  • σώζω τα προσχήματα
  • αποθήκευση αρχείου
  • Αποθήκευση · Σώζω, αποθηκεύω
  • Αποθηκευμένα έργα
  • ανθρωποσωτήριος · διάσωσης · σωσίβιος · σωσίβιος -α -ο · σωστικός
  • απαλλάσσω κπ από · γλιτώνω κπ από
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "saving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη