Μετάφραση του "sawmill" σε Ελληνικά
Το πριονιστήριο είναι η μετάφραση του "sawmill" σε Ελληνικά.
sawmill
verb
noun
γραμματική
A machine, building or company used for cutting (milling) lumber. [..]
-
πριονιστήριο
noun neuterWe have solid information that the Packard sawmill is going to go belly up within a year.
Έχουμε πληροφορίες ότι το πριονιστήριο Πάκαρντ θα πάρει την κάτω βόλτα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sawmill " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sawmill"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη