Μετάφραση του "scatter" σε Ελληνικά

Οι σκορπίζω, διασκορπίζω, διασπείρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scatter" σε Ελληνικά.

scatter verb noun γραμματική

(transitive) To cause to separate and go in different directions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκορπίζω

    verb

    Your dad is going to scatter Gramp's ashes in the river where they used to fish.

    Ο μπαμπάς σου θα σκορπίσει τις στάχτες του παππού σας, στον ποταμό, όπου συνήθιζαν να πιάνουν ψάρια.

  • διασκορπίζω

    And I just can't bear to scatter them.

    Και εγώ απλά δεν μπορεί να αντέξει να διασκορπίσει αυτούς.

  • διασπείρω

    verb

    Splitting it into five pieces, which the vedrans then scattered across the stars.

    Χωρίζοντας τον σε πέντε κομμάτια τα οποία οι Βεντράν τα διέσπειραν σε όλα τα αστέρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκέδαση
    • σκεδάζω
    • ρίχνω
    • χύνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scatter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Scatter
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σκέδαση, διασπορά

Φράσεις παρόμοιες με "scatter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scatter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη