Μετάφραση του "scepticism" σε Ελληνικά
Οι σκεπτικισμός, αγνωστικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scepticism" σε Ελληνικά.
scepticism
noun
γραμματική
(UK) Alternative spelling of skepticism. [..]
-
σκεπτικισμός
noun masculineTogether, we experienced a conference in Singapore which opened against a background of heavy scepticism.
Zήσαμε μαζί μια διάσκεψη στη Σιγκαπούρη, έναντι της οποίας υπήρχε, ήδη εκ των προτέρων, μεγάλος σκεπτικισμός.
-
αγνωστικισμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scepticism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη