Μετάφραση του "scheduler" σε Ελληνικά
Οι Χρονοπρογραμματισμός, δρομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheduler" σε Ελληνικά.
scheduler
noun
γραμματική
A person or device that determines a schedule, that determines the order that tasks are to be done. [..]
-
Χρονοπρογραμματισμός
in computing, what carries out the scheduling activity
-
δρομολογητής
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scheduler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scheduler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχει προγραμματιστεί να · προβλέπεται να
-
προσδιορίζω δικάσιμο
-
προγραμματισμός μέσω προσπάθειας
-
πίνακας προγραμματισμού
-
Προγραμματισμός σύσκεψης
-
αναθεώρηση χρονοδιαγράμματος
-
Αυτόματος χρονοπρογραμματιστής εκπομπής
-
Οδηγός χρονοδιαγράμματος εργασιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη