Μετάφραση του "scintillate" σε Ελληνικά
Το σπινθηρίζω είναι η μετάφραση του "scintillate" σε Ελληνικά.
scintillate
verb
γραμματική
(intransitive) To give off sparks; to shine as if emanating sparks; to twinkle or glow. [..]
-
σπινθηρίζω
to twinkle
A scintillating light is a series of regular light periods per unit time.
Το σπινθηρίζον φως είναι σειρά τακτικών φωτεινών κύκλων ανά χρονική μονάδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scintillate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scintillate"
Φράσεις παρόμοιες με "scintillate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σπινθηριστής
-
διάλειψη σπινθηρισμού
-
σπινθηροβόλημα
-
σπινθηροβόλος
-
ανιχνευτής σπινθηρισμών
-
Σπινθηρισμός, αναλαμπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη