Μετάφραση του "scissor" σε Ελληνικά

Οι ψαλιδίζω, περικόπτω, ψαλίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scissor" σε Ελληνικά.

scissor verb noun γραμματική

(rare) One blade on a pair of scissors. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψαλιδίζω

    verb

    to cut using scissors

  • περικόπτω

    verb

    to excise from text

  • ψαλίδι

    noun neuter

    one blade on a pair of scissors

    She attacked him with a pair of scissors.

    Του επιτέθηκε με ένα ψαλίδι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scissor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scissor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scissor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη