Μετάφραση του "scope" σε Ελληνικά
Οι σκόπευτρο, έκταση, εμβέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scope" σε Ελληνικά.
scope
verb
noun
γραμματική
A short version of periscope, or telescope or oscilloscope [..]
-
σκόπευτρο
noun neuterdevice used in aiming a projectile
Took me three months to get the scope right.
Μου πήρε τρεις μήνες να ρυθμίσω το σκόπευτρο.
-
έκταση
noun feminineMember States may restrict the scope of that right of option.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την έκταση του εν λόγω δικαιώματος.
-
εμβέλεια
Noun feminineThe range and depth of a search on a portal site, desktop or other.
The scope of the proposed directive seems too restricted.
Η εμβέλεια της πρότασης οδηγίας κρίνεται ως υπερβολικά περιορισμένη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιθώριο
- σκοπός
- φάσμα
- τηλεσκόπιο
- ακτίνα
- αντικείμενο
- πεδίο
- ευκαιρία
- πρόθεση
- πλαίσιο
- μέγεθος
- θέα
- στάδιο
- πεδίο δράσης
- σκηνικό
- σφαίρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scope " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Scope
-
Εύρος, σκοπός
Φράσεις παρόμοιες με "scope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διαχείριση του αντικειμένου εργασιών
-
Σκοπός / απολογισμός εργασιών
-
Παλμογράφος
-
αντικείμενο έργου
-
μικροσκόπιο επιθεώρησης
-
εμβέλεια εφαρμογής
-
παλμογράφος αποθήκευσης
-
εύρος εισαγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη