Μετάφραση του "scroll" σε Ελληνικά
Οι ρόλος, σκρολάρω, κύλινδρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scroll" σε Ελληνικά.
(computing, intransitive) To move in or out of view horizontally or vertically. [..]
-
ρόλος
noun masculineIn the right hand of the One seated upon the throne is a scroll sealed with seven seals.
Στο δεξί χέρι Εκείνου που κάθεται στο θρόνο είναι ένας ρόλος σφραγισμένος με εφτά σφραγίδες.
-
σκρολάρω
verb'Cause if I sit down and things ain't moving too quick, I'm scrolling for sexting partners.
Επειδή αν κάθομαι και τα πράγματα δεν προχωρούν πολύ γρήγορα, σκρολάρω για δικτυακό σεξ.
-
κύλινδρος
noun masculineKapila believes that the scroll will give her entry to Nirvana.
Η Καπίλα πιστεύει ότι ο κύλινδρος θα της επιτρέψει την είσοδο στη νιρβάνα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έλικα
- πάπυρος
- Κύλινδρος
- ειλητάριο
- κυλώ
- περγαμηνή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scroll " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scroll"
Φράσεις παρόμοιες με "scroll" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουμπί βέλους κύλισης
-
περιοχή κύλισης
-
γραμμή κύλισης · λωρίδα κύλισης
-
πλαίσιο κύλισης
-
σέγα
-
με τροφοδοσία κύλισης
-
βέλος κύλισης
-
Κύλιση, επάνω πλάι-πλάι