Μετάφραση του "sculpture" σε Ελληνικά
Οι γλυπτό, γλυπτική, γλύφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sculpture" σε Ελληνικά.
sculpture
verb
noun
γραμματική
(uncountable) The art of shaping figures or designs in the round or in relief, professionally performed by a sculptor [..]
-
γλυπτό
noun neuterwork of art created by sculpting [..]
You place it in an art museum, it becomes a sculpture.
Αν το τοποθετήσεις σ' ένα μουσείο τέχνης, μετατρέπεται σε γλυπτό.
-
γλυπτική
noun feminineart of sculpting
My professor says this is the sculpture of the future.
Ο καθηγητής μου λέει πως είναι η γλυπτική του μέλλοντος.
-
γλύφω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sculpture " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sculpture"
Φράσεις παρόμοιες με "sculpture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγαλματένιος · γλυπτικός
-
γλυπτική
-
υλικό γλυπτικής
-
Μαρμαρογλυπτική
-
πάρκο γλυπτικής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη