Μετάφραση του "scuttle" σε Ελληνικά
Οι βυθίζω, τενεκές, φυγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scuttle" σε Ελληνικά.
scuttle
verb
noun
γραμματική
A container like an open bucket (usually to hold and carry coal). [..]
-
βυθίζω
verbTo deliberately sink a ship (often by order of the captain)
Peace talks scuttled by a tragic helicopter crash.
Οι συνομιλίες για ειρήνη βυθίζονται από μια τραγική συντριβή ελικοπτέρου.
-
τενεκές
masculinea container like an open bucket
-
φυγή
noun feminineBut they had to scuttle the ship.
Αλλά έπρεπε το πλοίο να το είχαν σε φυγή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοφίνι
- φεγγίτης
- καταστρέφω
- χαλάω
- ρίχνω
- αχρηστεύω
- δειλιάζω
- λιποψυχώ
- ματαιώνω
- παρατάω
- τορπιλίζω
- υπονομεύω
- διαλύω
- μεταλλικός κάδος για κάρβουνο
- το βάζω στα πόδια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scuttle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scuttle"
Φράσεις παρόμοιες με "scuttle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεταλλικός κάδος για κάρβουνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη