Μετάφραση του "section" σε Ελληνικά
Οι τμήμα, τομέας, τομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "section" σε Ελληνικά.
section
verb
noun
γραμματική
A cutting; a part cut out from the rest of something. [..]
-
τμήμα
noun neuterarrangements have been made for carrying out the required verifications under section
έχουν γίνει ρυθμίσεις για τη διενέργεια των απαιτούμενων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το τμήμα
-
τομέας
noun masculineThat's what people really wanna read about in the Style section.
Ω, ο κόσμος θέλει αληθινά να διαβάσει έναν τομέα με στυλ...
-
τομή
noun feminineIn cross section the bread has a light colour and is uniformly porous.
Στην τομή, το ψωμί έχει ανοιχτό χρώμα και είναι ομοιόμορφα πορώδες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλάδος
- κλαδί
- ενότητα
- μέρος
- υποδιαίρεση
- παράγραφος
- μορφοχάλυβες
- συνοικία
- διαίρεση
- τετράδιο
- μικροσκοπική τομή
- τμήμα φρούτου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " section " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Section
-
Τμήμα, τομέας, τομή, παράγραφος
Φράσεις παρόμοιες με "section" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καισαρική τομή
-
βασικό τμήμα
-
διάσπαση
-
ενότητα δηλώσεων
-
κρίσιμη ενότητα
-
τοπικισμός
-
ενότητα λεπτομερειών
-
ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη