Μετάφραση του "sectioning" σε Ελληνικά
Το κατάτμηση είναι η μετάφραση του "sectioning" σε Ελληνικά.
sectioning
noun
verb
γραμματική
Present participle of section. [..]
-
κατάτμηση
Budgetary reasons for the division into construction sections could also not justify an artificial division of a unified contract value.
Ο τεχνητός κατακερματισμός της αξίας συμβάσεως με ενιαίο αντικείμενο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσιονομικής διαχειρίσεως οι οποίοι επιβάλλουν την κατάτμηση σε επιμέρους έργα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sectioning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sectioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καισαρική τομή
-
βασικό τμήμα
-
διάσπαση
-
ενότητα δηλώσεων
-
κρίσιμη ενότητα
-
τοπικισμός
-
ενότητα λεπτομερειών
-
ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη