Μετάφραση του "secularism" σε Ελληνικά

Οι κοσμικισμός, λαϊκισμός, αθρησκία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "secularism" σε Ελληνικά.

secularism noun γραμματική

A position that religious belief should not influence public and governmental decisions [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοσμικισμός

    masculine

    The related political belief in the separation of church and state [..]

  • λαϊκισμός

    noun
  • αθρησκία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " secularism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "secularism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θύραθεν παιδεία · μη εκκλησιαστική εκπαίδευση
  • κοσμικό κράτος
  • Εκκοσμίκευση · εκκοσμίκευση
  • θρησκευτικό κράτος
  • not having any connection with religion ... κοσμικός, λαϊκός · θύραθεν · κοσμικός · λαϊκός
  • λαϊκό κράτος
  • κοσμική μουσική
  • λαϊκός (μη θρησκευτικός) χαρακτήρας · λαϊκότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "secularism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη