Μετάφραση του "sedative" σε Ελληνικά

Οι ηρεμιστικό, ηρεμιστικός, καταπραϋντικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sedative" σε Ελληνικά.

sedative adjective noun γραμματική

An agent or drug that sedates, having a calming or soothing effect, or inducing sleep. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηρεμιστικό

    noun neuter

    an agent or drug that sedates

    It's a natural sedative used in teas and oils, but it can be really dangerous in large doses.

    Είναι ένα φυσικό ηρεμιστικό χρησιμοποιείται στο τσάι και έλαια, αλλά μπορεί να είναι πραγματικά επικίνδυνη σε μεγάλες δόσεις.

  • ηρεμιστικός

    adjective

    Calming, soothing, inducing sleep, tranquilizing

  • καταπραϋντικό

    noun neuter

    an agent or drug that sedates

    I've given her a sedative, and we're gonna keep her on a psych hold for a few days.

    Της έδωσα ένα καταπραϋντικό, και θα την κρατήσουμε για παρακολούθηση για λίγες μέρες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παυσίπονο
    • κατασταλτικό
    • κατευναστικό
    • καταπραϋντικός
    • ηρεμιστικό φάρμακο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sedative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sedative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sedative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη