Μετάφραση του "seed" σε Ελληνικά
Οι σπόρος, σπέρμα, σπέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seed" σε Ελληνικά.
Held in reserve for future growth. [..]
-
σπόρος
noun masculinefertilized grain [..]
Aid for seeds already exists for rice, chickpeas and lentils.
Αυτή η ενίσχυση για σπόρους ισχύει και για το ρύζι, τα ρεβίθια και τις φακές.
-
σπέρμα
noun neuterProduct obtained by steaming and rolling dehulled seeds of peas.
Προϊόν το οποίο λαμβάνεται από αποκελυφωμένα σπέρματα πίσων τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία με ατμό και κυλίνδριση.
-
σπέρνω
verbI used to daydream about scooping up fistfuls of coins and scattering them like a shower of seed.
Συνήθιζα να φαντάζομαι ότι μοίραζα χούφτες νομίσματα σκορπίζοντάς τα σαν να σπέρνω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπόριο
- κόκκος
- Σπόρος
- σπείρω
- κουκούτσι
- φύτρο
- σπερματικό υγρό
- σπόρος για σπορά
- υγρό εκσπερμάτωσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " seed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
σπέρματα
noun
Εικόνες με "seed"
Φράσεις παρόμοιες με "seed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαιοκράμβη
-
καρπός καρυδιού
-
περικάρπιο
-
αποδυναμώνω
-
ελαιούχο λίνο
-
φύτρο κλειδιού άδειας
-
άνισο · γλυκάνισο
-
ηλιέλαιο