Μετάφραση του "segregation" σε Ελληνικά

Οι χωρισμός, διαχωρισμός, διακρίσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "segregation" σε Ελληνικά.

segregation noun γραμματική

The setting apart or separation of things or people, as a natural process, a manner of organizing people the may be voluntary or enforced by law. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χωρισμός

    noun masculine
  • διαχωρισμός

    noun masculine

    The actual level of protection depends on the level of segregation that those clients choose.

    Το πραγματικό επίπεδο προστασίας εξαρτάται από το επίπεδο διαχωρισμού το οποίο επιλέγουν αυτοί οι πελάτες.

  • διακρίσεις

    The discrimination, social exclusion and segregation which Roma face are mutually reinforcing.

    Οι διακρίσεις, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η απομόνωση που αντιμετωπίζουν οι Ρομ είναι στοιχεία αλληλένδετα και αλληλοενισχυόμενα.

  • φυλετικός διαχωρισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " segregation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "segregation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διαχωρίζω, αποχωρίζω
  • διαχωριστής
  • διακρίνω · διαχωρίζομαι · διαχωρίζω
  • διακρίνω · διαχωρίζομαι · διαχωρίζω
  • διακρίνω · διαχωρίζομαι · διαχωρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "segregation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη