Μετάφραση του "selective" σε Ελληνικά

Οι εκλεκτικός, επιλεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "selective" σε Ελληνικά.

selective adjective γραμματική

Of or pertaining to the process of selection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκλεκτικός

    adjective masculine

    choosy, fussy or discriminating when selecting

    The remaining part is mainly used as a selective solvent in refineries.

    Το υπόλοιπο χρησιμοποιείται κυρίως ως εκλεκτικός διαλύτης στα διυλιστήρια.

  • επιλεκτικός

    If the entire territory of Spain is chosen as the reference framework, the measure would be regionally selective.

    Αν ληφθεί όλη η ισπανική επικράτεια ως πλαίσιο αναφοράς, τότε ο επιλεκτικός χαρακτήρας θα ήταν δεδομένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " selective " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "selective" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "selective" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη