Μετάφραση του "selector" σε Ελληνικά
Οι επιλογέας, εκλέκτορασ, εκλέκτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "selector" σε Ελληνικά.
selector
noun
γραμματική
Someone or something which selects or chooses different options. [..]
-
επιλογέας
nounIn a cascading style sheet style definition (or style rule), the HTML element linked to a particular set of style properties and values.
The selector is engaged at the beginning of the test.
Ο επιλογέας ταχυτήτων ενεργοποιείται στην αρχή της δοκιμής.
-
εκλέκτορασ
I'm only a selector on the committee.
Εγώ είμαι μόνο εκλέκτορας της επιτροπής.
-
εκλέκτορας
I'm only a selector on the committee.
Εγώ είμαι μόνο εκλέκτορας της επιτροπής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " selector " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "selector" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιλογέας γραμμής
-
ηλεκτρομηχανικός επιλογέας
-
Τμήμα Web επιλογέα στοίβας
-
επιλογέας κλάσης
-
Επιλογέας δεδομένων
-
επιλογέας φόρμας
-
επιλογέας στήλης
-
επιλογέας εγγραφής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη