Μετάφραση του "self-appointed" σε Ελληνικά

Οι αυτεπάγγελτος, αυτοδιορισμένος, αυτοανακηρυγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-appointed" σε Ελληνικά.

self-appointed adjective γραμματική

Appointed by oneself. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτεπάγγελτος

    adjective
  • αυτοδιορισμένος

    Van Wilder, Chairman of Freshman Relations, self- appointed

    Βαν Γουάιλντερ, Πρόεδρος των Σχέσεων των πρωτοετών, αυτοδιορισμένος

  • αυτοανακηρυγμένος

    This massacre is proof that our self-appointed Emperor is little more than a lying executioner, imposing his tyranny under the pretense of security.

    Αυτή η σφαγή αποδεικνύει ότι ο αυτοανακηρυγμένος Αυτοκράτοράς μας δεν είναι παρά ένας ψευδολόγος δήμιος που επιβάλλει την τυραννία του με την πρόφαση της ασφάλειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυτοδιόριστος
    • αυτοχειροτόνητος
    • αυτοχρισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-appointed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-appointed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη