Μετάφραση του "self-cleaning" σε Ελληνικά

Οι αυτοκαθαριζόμενος, αυτοκαθαρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-cleaning" σε Ελληνικά.

self-cleaning adjective

Describing something, such as an oven, that cleans itself or requires minimal cleaning effort. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκαθαριζόμενος

    particle adjective masculine

    that cleans itself

    So, self-cleaning oven- - you still believe that?

    Ωστε αυτοκαθαριζόμενος φούρνος, ακόμα το πιστεύεις αυτό;

  • αυτοκαθαρισμός

    33. ‘self-cleaning’ means a process that the coffee machine carries out to clean its interior.

    33. «αυτοκαθαρισμός»: διαδικασία που εκτελεί μηχανή καφέ για καθαρίσει το εσωτερικό της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-cleaning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-cleaning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη