Μετάφραση του "self-confidence" σε Ελληνικά

Το αυτοπεποίθηση είναι η μετάφραση του "self-confidence" σε Ελληνικά.

self-confidence noun γραμματική

The state of being self-confident [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοπεποίθηση

    noun feminine

    measure of one's belief in one's own abilities [..]

    Those who achieved so much in such a short time should be full of self-confidence and pride.

    Εκείνοι που πέτυχαν τόσα πολλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα πρέπει να ξεχειλίζουν από αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-confidence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "self-confidence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυτοπεποίθηση
  • άνετος · αποφασιστικός · ευθαρσής · με αυτοπεποίθηση · που έχει αυτοπεποίθηση · σίγουρος για τον εαυτό του
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-confidence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη