Μετάφραση του "self-control" σε Ελληνικά
Οι αυτοέλεγχος, αυτοκυριαρχία, αυτοπειθαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-control" σε Ελληνικά.
The ability to control one's desires and impulses; willpower. [..]
-
αυτοέλεγχος
noun masculineability to control one's desires and impulses
Self-control is a lover l've known too long, Ptolemy.
Ο αυτοέλεγχος είναι ένας εραστής, τον οποίο γνωρίζω εδώ και πολύ καιρό, Πτολεμαίε.
-
αυτοκυριαρχία
nounA true vampiric state can only be achieved through discipline and self-control.
Μια πραγματική κατάσταση βρικόλακα μπορεί να επιτευχθεί μέσα από πειθαρχία και αυτοκυριαρχία.
-
αυτοπειθαρχία
nounI pray for self-control, though, and this helps to keep my mind from wandering.”
Προσεύχομαι όμως για αυτοπειθαρχία, και αυτό με βοηθάει να μην αφήνω το μυαλό μου να περιπλανιέται».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτοσυγκράτηση
- εγκράτεια
- ψυχραιμία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " self-control " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "self-control" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοέλεγχος · αυτοκυριαρχία
-
έλλειψη εγκράτειας