Μετάφραση του "self-discipline" σε Ελληνικά

Οι αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-discipline" σε Ελληνικά.

self-discipline noun γραμματική

Control of oneself, willpower. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοπειθαρχία

    noun feminine

    control of oneself [..]

    Last autumn, under great duress, my self-discipline was compromised.

    Το προηγούμενο φθινόπωρο, κάτω από μεγάλη πίεση, η αυτοπειθαρχία μου εκτέθηκε.

  • αυτοέλεγχος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-discipline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-discipline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη