Μετάφραση του "self-employed" σε Ελληνικά

Οι αυτοαπασχολούμενος, ελεύθερος επαγγελματίας, αυτοαπασχολουμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-employed" σε Ελληνικά.

self-employed adjective γραμματική

Working for oneself, rather than for an employer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοαπασχολούμενος

    adjective masculine

    working for oneself

    He became self-employed, took up a contract with Volkswagen and worked in Germany for several years.

    Έγινε αυτοαπασχολούμενος, υπέγραψε συμβόλαιο με τη Volkswagen και εργάστηκε στη Γερμανία για αρκετά χρόνια.

  • ελεύθερος επαγγελματίας, αυτοαπασχολουμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-employed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "self-employed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-employed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη