Μετάφραση του "self-indulgence" σε Ελληνικά

Οι μαλθακότητα, συβαριτισμός, έκλυτος βίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-indulgence" σε Ελληνικά.

self-indulgence noun γραμματική

Excessive or immoderate indulgence of one's own personal desires and needs above all others. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαλθακότητα

    feminine

    excessive or immoderate indulgence of one's own personal desires and needs

    Punk was a rebellion against self-indulgence.

    Το πανκ ήταν μια εξέγερση ενάντια στην μαλθακότητα.

  • συβαριτισμός

    masculine

    excessive or immoderate indulgence of one's own personal desires and needs

  • έκλυτος βίος

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακολασία
    • ασωτία
    • αυταρέσκεια
    • αυτοϊκανοποίηση
    • κραιπάλη
    • φιλαυτία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-indulgence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "self-indulgence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαλθακότητα, ακολασία
  • αυτοαναφορικός · μαλθακός, φιλήδονος · φίλαυτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-indulgence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη