Μετάφραση του "sellout" σε Ελληνικά
Οι προδοσία, πουλημένος, πούλημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sellout" σε Ελληνικά.
sellout
noun
γραμματική
An action in which principles are compromised for financial gain. [..]
-
προδοσία
noun feminineWe'd be a sellout.
Θα το παίρναμε ως προδοσία.
-
πουλημένος
If you work in the entertainment business and you make money, you're a sellout.
Αν δουλεύεις στον τομέα της ψυχαγωγίας και βγάζεις λεφτά, είσαι πουλημένος.
-
πούλημα
noun -
προσκυνημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sellout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη