Μετάφραση του "send" σε Ελληνικά

Οι στέλνω, αποστέλλω, αποστολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "send" σε Ελληνικά.

send verb noun γραμματική

To make something (such as an object or message) go from one place to another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέλνω

    verb

    make something go somewhere

    Did Tom send you?

    Ο Τομ σας έστειλε;

  • αποστέλλω

    verb

    For longer suspension the holder should send a justified request to the national competent authority for agreement.

    Για αναστολή μεγαλύτερης διάρκειας ο κάτοχος πρέπει να αποστείλει αιτιολογημένη αίτηση στην εθνική αρμόδια αρχή προς έγκριση.

  • αποστολή

    noun

    To transmit a message or file through a communications channel.

    Specific protocols shall accompany the sending of material to the Community reference laboratory.

    Η αποστολή υλικού στο κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς συνοδεύεται από ειδικά πρωτόκολλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταφέρω
    • στέλλω
    • πέμπω
    • μεταδίδω
    • εκπέμπω
    • κατευθύνω
    • κινώ
    • ωθώ
    • θέτω
    • πετάω
    • οδηγώ
    • διευθύνω
    • αποπέμπω
    • ιδρυματοποιώ
    • στέλω
    • ταχυδρομώ
    • εγκλείω
    • προσανατολίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " send " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Send
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στέλνω

    Tom decided to send a message to Mary.

    Ο Τομ αποφάσισε να στείλει ένα μήνυμα στη Μαίρη.

Φράσεις παρόμοιες με "send" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "send" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη