Μετάφραση του "senility" σε Ελληνικά

Οι γεροντική άνοια, άνοια, γεράματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "senility" σε Ελληνικά.

senility noun γραμματική

(countable, archaic) An elderly, senile person. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεροντική άνοια

    noun feminine

    the losing of memory and reason

    Perhaps he is senile and should go to a mental hospital.

    Ίσως πάσχει από γεροντική άνοια και πρέπει να νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο.

  • άνοια

    noun feminine

    Perhaps he is senile and should go to a mental hospital.

    Ίσως πάσχει από γεροντική άνοια και πρέπει να νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο.

  • γεράματα

    noun neuter

    You always been this deluded, or is it just since senility set in?

    Πάντα είχες τέτοιες αυταπάτες ή ήρθαν με τα γεράματα;

  • γήρας

    neuter

    In our increasingly elderly society, the number of neurodegenerative diseases like Alzheimer's or senile dementia will continue to increase.

    Στην ολοένα και περισσότερο γηράσκουσα κοινωνία μας, ο αριθμός των νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, όπως της νόσου του Alzheimer ή της γεροντικής άνοιας, θα συνεχίσει να αυξάνεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " senility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "senility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γεροντική άνοια
  • γεροντικός · ξαναμωραμένος · ξεμωραμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "senility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη