Μετάφραση του "sensibility" σε Ελληνικά

Οι ευαισθησία, αντίληψη, αισθητότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sensibility" σε Ελληνικά.

sensibility noun γραμματική

The ability to sense, feel or perceive; especially to be sensitive to the feelings of another [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαισθησία

    noun

    Your sensibility held firmly in rein, that your friendships should be public, and friendships of the soul.

    Η ευαισθησία σας να κρατάει σταθερά τα ηνία, γιατί οι σχέσεις πρέπει να είναι δημόσιες, και φιλίες ψυχής.

  • αντίληψη

    noun
  • αισθητότητα

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αισθητηριακή αντίληψη
    • ευαίσθητο αισθητήριο
    • σύνεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sensibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sensibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ο αισθητός κόσμος
  • αισθητικός · αισθητός · γνωστικός · ευαίσθητος · λογικός · μετρημένος · μυαλωμένος · ορθολογικός · σοφός · συνετός · φρόνιμος
  • συνετή λύση
  • αισθητικός · αισθητός · γνωστικός · ευαίσθητος · λογικός · μετρημένος · μυαλωμένος · ορθολογικός · σοφός · συνετός · φρόνιμος
  • αισθητικός · αισθητός · γνωστικός · ευαίσθητος · λογικός · μετρημένος · μυαλωμένος · ορθολογικός · σοφός · συνετός · φρόνιμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sensibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη