Μετάφραση του "separation" σε Ελληνικά

Οι χωρισμός, διαχωρισμός, αποχωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separation" σε Ελληνικά.

separation noun γραμματική

The act of separating or the condition of being separated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χωρισμός

    noun masculine

    Although it wasn't so much a separation as a kicking out.

    Αν και δεν ήταν ακριβώς χωρισμός, ήταν έξωση.

  • διαχωρισμός

    noun masculine

    This provision shall not apply to the asset separation tool or to the sale of business tool.

    Αυτή η διάταξη δεν ισχύει για το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων ή το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων.

  • αποχωρισμός

    noun

    This separation is so severe that we cannot repair it on our own.

    Αυτός ο αποχωρισμός είναι τόσο σφοδρός που δεν μπορούμε να επανορθώσουμε μόνοι μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόσταση
    • ξεχώρισμα
    • αποκόλληση
    • διαχώριση
    • διάλυση
    • διάστημα
    • διαχωρισμός, αποσύνδεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "separation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη