Μετάφραση του "serf" σε Ελληνικά
Το δουλοπάροικος είναι η μετάφραση του "serf" σε Ελληνικά.
serf
noun
γραμματική
A semifree peasant of a low hereditary class, slavishly attached to the land owned by a feudal lord and required to perform labour, enjoying minimal legal or customary rights [..]
-
δουλοπάροικος
noun masculinesemifree peasant
And the third serf orders a hot grog.
Και ο τρίτος δουλοπάροικος παραγγέλνει ένα ζεστό ζύθο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " serf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη