Μετάφραση του "sermon" σε Ελληνικά
Οι κήρυγμα, δασκάλεμα, νουθεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sermon" σε Ελληνικά.
sermon
verb
noun
γραμματική
religious discourse; a written or spoken address on a religious or moral matter [..]
-
κήρυγμα
neuterI know you showed up for my sermon, I know that.
Ξέρω ότι εμφανίστηκες στο κήρυγμα μου, το ξέρω.
-
δασκάλεμα
neuter -
νουθεσία
nounBetween you and me, that's the same sermon I always use at Arlington.
Μεταξύ μας, είναι η ίδια νουθεσία που πάντα χρησιμοποιούσα στο'ρλινγκτον.
-
επίπληξη
femininespeech of reproval
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sermon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sermon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Eπί τού όρους ομιλία
-
κηρύττω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη