Μετάφραση του "server" σε Ελληνικά
Οι εξυπηρετητής, διακομιστής, σερβιτόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "server" σε Ελληνικά.
One who serves; a waitress or waiter. [..]
-
εξυπηρετητής
noun masculinecomputing: a computer dedicated to running server programs [..]
The nearest accessible server is a half dozen jumps from here.
Ο πλησιέστερος εξυπηρετητής βρίσκεται έξι άλματα από εδώ.
-
διακομιστής
noun masculinecomputing: a computer or a program which provides services to other programs or users [..]
The location of the server hosting the internet site in question is unknown.
Ο τόπος όπου βρίσκεται ο διακομιστής που φιλοξενεί την επίδικη ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο δεν είναι γνωστός.
-
σερβιτόρος
noun masculineone who serves
One of the servers found it under that table at the end of the night.
Ένας σερβιτόρος το βρήκε κάτω απ'το τραπέζι στο κλείσιμο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίσκος
- γκαρσόνι
- σέρβερ
- σερβιτόρα
- υπηρέτης
- διαμοιραστής
- Εξυπηρετητής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " server " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κεντρικός υπολογιστής δικτύου, εξυπηρετητής, διακομιστής
Εικόνες με "server"
Φράσεις παρόμοιες με "server" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στοιχείο ελέγχου διακομιστή Web
-
API εξυπηρετητή τηλεφωνίας
-
Υπηρεσία / εξυπηρετητής πληροφοριών ευρείας περιοχής
-
ομάδα χειριστών διακομιστή
-
διακομιστής δικτύου · εξυπηρετητής δικτύου
-
Υπηρεσίες PerformancePoint του Microsoft SharePoint Server
-
ρόλος διακομιστή μεταφοράς ακμής
-
μπλοκ μηνυμάτων διακομιστή