Μετάφραση του "setting" σε Ελληνικά

Οι σκηνικό, τοποθέτηση, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "setting" σε Ελληνικά.

setting adjective noun verb γραμματική

Present participle of set. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκηνικό

    noun neuter

    The breeze and moonlight make the perfect setting for a couple.

    Το αεράκι και το φως του φεγγαριού είναι τέλειο σκηνικό για ένα ζευγάρι.

  • τοποθέτηση

    noun

    During installation, vehicle manufacturers shall pre-set all known parameters.

    Κατά την τοποθέτηση οι κατασκευαστές οχημάτων προ-ρυθμίζουν όλα τα γνωστά μεγέθη.

  • ρύθμιση

    noun feminine

    A configuration parameter or element that controls the behavior of a service, application, feature, function, or a run-time environment.

    Each measurement shall be performed two times per measurement setting.

    Κάθε μέτρηση εκτελείται δύο φορές για κάθε ρύθμιση μέτρησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνθεση
    • δύση
    • συνθήκες
    • περιβάλλον
    • πλαίσιο
    • πρόγραμμα
    • σκηνοθεσία
    • σκηνογραφία
    • ρύθμιση, τοποθέτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " setting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Setting
+ Προσθήκη

"Setting" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Setting στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "setting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "setting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη